Οι οθωμανικοί κατάλογοι τονίζουν κατηγορηματικά ότι οι κάτοικοι της Παναγιάς ήταν Ελληνόφωνοι. Το γεγονός ότι οι κάτοικοι ήταν Ελληνόφωνοι και όχι Αρβανίτες ή Βλάχοι αποδεικνύεται επίσης από την οικονομία του χωριού, καθώς, πέρα από την καλλιέργεια σιταριού, κριθαριού και την κτηνοτροφία προβάτων, μπορούμε να εντοπίσουμε τόσο εντατικές εμπορικές ασχολίες όπως αμπελουργία, ελαιουργία και παραγωγή υφασμάτων. Σύμφωνα με τα Οθωμανικά δεφτέρια (Κωνσταντινούπολη, Παρίσι και Λάιντεν, 1987), οι Αρβανίτες συμμετείχαν μετά βίας στο κρασί, την ελιά, ή την παραγωγή κλωστοϋφαντουργικών. Η Παναγιά πρέπει να ήταν πλούσια, καθώς μπορούσε να ανταπεξέλθει οικονομικά με δύο μοναστήρια και να συντηρήσει εννέα μύλους το έτος 1570.
Συνοψίζοντας τις μεταβολές του πληθυσμού της Παλαιοπαναγιάς μετά την απελευθέρωση, βλέπουμε μία ταχεία αύξησή του, που οφείλεται στην φυσιολογική εξέλιξη, και μια επιπλέον αύξηση από ένα μικρό αριθμό οικογενειών που ήλθαν από περιοχές που δεν είχαν ακόμη απελευθερωθεί. Η περίπτωση εγκατάστασης και κάποιας μεμονομένης οικογένειας από γειτονικό χωριό, δεν αποκλείεται αλλά δεν αποτελεί εποικισμό.
Τη διαμόρφωση του πληθυσμού επηρέασε σε κάποιο βαθμό και η ανταλλαγή νυφών και γαμπρών με τα γειτονικά χωριά. Η διατήρηση της Παλαιοπαναγιάς ως του μεγαλύτερου και πλουσιότερου χωριού της περιοχής, προσέλκυσε πολλές νύφες και από αρβανιτόφωνα χωριά. Έτσι με την πρόσθεση κάποιων αρβανιτιφώνων και κυρίως των γυναικών, το ανακάτεμα της γλώσσας επιδεινώθηκε (Κεφ. 8ο, «Αρβανίτες»).
Κατά την απογραφή του έτους 1907 το ποσοστό αρβανιτοφώνων του τότε Δήμου Θεσπιών ήταν 24,3%. Προφανώς οι αρβανιτόφωνοι της Άσκρης στις αρχές του 1900 πρέπει να ήταν ανύπαρκτοι έως ελάχιστοι αν λάβουμε υπόψη τη γλώσσα των άλλων οικισμών του Δήμου, μέχρι και τη δεκαετία του 1960.
Αρβανιτόφωνοι Επαρχίας Θηβών κατά Δήμους (1907)
Δήμος Πληθυσμός Αλβανόφωνοι %
Θηβών 7138 993 13,9
Θεσπιών 7346 1789 24,3
Θίσβης 5137 773 15
Πλαταιών 3867 3644 94,2
Τανάγρας 6148 5015 81,6
Αυλίδος 3181 1473 46.3
Ακραιφνίου 2983 853 28,6
Επίσημη καταγραφή αλβανόφωνων έχουμε κατά δήμους στην απογραφή του 1907 και σε επίπεδο επαρχίας το 1920 και 1928, ενώ σχετικά στοιχεία δίνονται στις επόμενες απογραφές για το σύνολο της επικράτειας.