23 Φεβρουαρίου, 2012
 Αλβανοί

     Οι Αλβανοί που παρέμειναν στην χώρα τους συνέδεαν το μέλλον τους με την Ελλάδα. Παραθέτουμε απόσπασμα από την «Ιστορία της Ελλάδος» του Κ. Βακαλόπουλου.
     «Οι ενέργειες για μια εγγύτερη ελληνοαλβανική προσέγγιση έγιναν ε¬ντονότερες στα πρώτα βήματα της γένεσης του ελληνικού κράτους. Ένα στοιχείο, το οποίο προέρχεται από την αντίδραση της αλβανικής πλευράς, αποδεικνύει πόσο έντονα επέδρασε σε μεγάλο ποσοστό των αλβανικών πληθυσμών ο σχηματισμός του ελληνικού βασιλείου και πόσο διακαώς επιθυμούσαν εκείνοι την ένωση τους με την Ελλάδα με την προϋπόθεση ότι θα τους εξασφαλιζόταν βέβαια η θρησκευτική και η πολιτική αυτοτέλεια στην ελληνική επικράτεια. Το παραπάνω αίτημα προέβαλαν στα 1829, 56 αγάδες της Λιαπουριάς, οι οποίοι επιδίωκαν να επαναστατήσουν με την ελληνική σημαία στη Χιμάρα για την απελευ-θέρωση της Ηπείρου και της Αλβανίας και να ενωθούν με την Ελλάδα. Παρά το γεγονός ότι η πρόταση τους δεν έγινε αποδεκτή από τον Ιωάννη Καποδίστρια, ωστόσο μέσα στις προθέσεις τους ήταν να παραδώσουν το φρούριο της Αυλώνας, να απολαμβάνουν τη θρησκευτική ελευθερία και να εισπράξουν ένα συγκεκριμένο ποσό. Το κίνημα του Γκιολέκα και των Αλβανών Τόσκηδων στα 1847 κατά των Οθωμανών αποτελεί μια αδιάψευστη μαρτυρία για την ισχυρότατη πνευματική και πολιτιστική επίδραση, που ασκούσαν τόσο η ελληνική παιδεία όσο και η Ορθόδοξη Εκκλησία στους ορθόδοξους αλβανικούς πληθυσμούς της Νότιας Αλ-βανίας, οι οποίοι συνυπήρχαν ακόμη ειρηνικά την εποχή εκείνη με το συμπαγές ελληνικό στοιχείο της Βορείου Ηπείρου. Έτσι ερμηνεύεται, γιατί το επαναστατικό κίνημα των Αλβανών του Γκιολέκα δεν αποτέλεσε μια αμιγή αλβανική εξέγερση εφόσον επιδίωξε και πέτυχε ακριβώς τη συμμαχία και τη σύμπραξη με το ελληνικό στοιχείο. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο προσέλκυσε Έλληνες πολεμιστές στους κόλπους του, κήρυξε την ανεξιθρησκία και επικαλέστηκε μάλιστα και τη συμπαράσταση του τότε πρωθυπουργού Ιωάννη Κωλέτη.
     Όπως χαρακτηριστικά συμπεραίνει ο Μίλτος Σπ. Σπυρομίλιος (στη μελέτη του «Ελλάς και Αλβανία. Ο Γκιολέκα»), η πολύ ενδιαφέρουσα αναφορά των Τόσκηδων μπέη-δων και αγάδων προς την ελληνική κυβέρνηση και προς τον Όθωνα (15 Αυγούστου 1847), με την οποία ζητούσαν να τους αναγνωριστεί η ελληνική ιθαγένεια, αντλούσε την προ-έλευσή της και σχετιζόταν με το άμεσο παρελθόν της εποχής εκείνης (1827-1829) και συγκεκριμένα με την παρουσία του πρώτου Αλβανικού Συνδέσμου και του αρχηγού του Ισμαήλ μπέη».

     Ανάλογες είναι και οι απόψεις ξένων ιστορικών. Πα-ραθέτουμε απόσπασμα (σελίδες 230-231), από την «Ιστορία των Βαλκανικών Λαών» του Rene Ristelhueber.
     «Το 1914 ακόμη, ένας καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Κολούμπια έγραφε ότι η Αλβανία “μπορούσε να θεωρηθεί λίγο πολύ ως ένα αστείο”. Διαβεβαίωνε πως ένας ταξιδιώτης που είχε επιστρέψει πρόσφατα απ' τις περιοχές εκείνες είχε δηλώσει πως οι κάτοικοι της, αν και μουσουλμάνοι, θεωρούνταν Έλληνες, καθώς η πόλη της Κορυτσάς ήταν δραστήριο κέντρο του ελληνισμού.
     Ακόμη κι εκείνη την εποχή επρόκειτο για μια πολύ προσωπική γνώμη. Πρέπει ωστόσο να αναγνωρίσουμε ότι η ύπαρξη της Αλβανίας αποκαλύφθηκε ως πολιτικός παράγοντας μόνο το 1913. Μέχρι τότε ήταν γενικά γνωστή σαν μια περιοχή πολύ δύσβατη, γεμάτη από βράχια, που περιβαλλόταν στα παράλια από μια βαλτώδη και ανθυγιεινή ζώνη, με δυο λόγια μια χώρα με εξαιρετικά δύσκολη πρόσβαση, με σύνορα όχι καλά προσδιορισμένα ανάμεσα στο Μαυροβού-νιο προς βορρά, στο Σκουτάρι και την Ήπειρο προς νότο, στον Αυλώνα κατά μήκος της Αδριατικής. Από την πλευρά της Μακεδονίας ήταν ακόμη πιο δύσκολος ο προσδιορισμός της ενδοχώρας. Χώρα αυστηρά κλειστή, αρχίζει από την περίφημη ρωμαϊκή Εγνατία Οδό που διέσχιζε τα Βαλκάνια καταλήγοντας στη Θεσσαλονίκη.
     Απόγονοι των αρχαίων Ιλλυριών, οι κάτοικοι αποτελούσαν μια ιδιαίτερη φυλή, αρκετά αρχαία, που χρησιμοποιούσε ένα ιδίωμα παρόμοιο κάπως με τις άλλες γλώσσες της περιοχής. Συνδεδεμένοι είτε με το Ισλάμ (70%), είτε με την ελληνική Εκκλησία στα βόρεια (20%), είτε ακόμη και με τη Ρώμη στα νότια (10%) - διαφοροποίηση πολύ περίεργη - ζούσαν κάτω από ένα σύστημα ακόμη φεουδαρχικό, χωρι-σμένοι σε φυλές που συχνά βρίσκονταν σε διαμάχη η μία με την άλλη, έχοντας ως κοινό χαρακτηριστικό μόνο την αποστροφή τους σε κάθε έννοια εξουσίας και ξεχωρίζοντας για τις πολεμικές τους αρετές και το ένστικτο της λαφυραγωγίας. Είχαν πληρώσει ακριβά την ανεξαρτησία τους στους Τούρκους. Το 15ο αιώνα, ο ήρωας της αλβανικής αντίστασης Σκεντέρμπεης, ψευδώνυμο του Γεωργίου Καστριώτη, είχε γίνει μυθικό πρόσωπο.
     Οι διαθέσεις αυτές ήταν ακόμη πιο παράξενες καθώς οι Αλβανοί είχαν προμηθεύσει στην οθωμανική κυβέρνηση πλήθος έμπειρων αλλά και αξιόλογων λειτουργών, όπως την οικογένεια των μεγάλων βεζίρηδων Κεπριλού, γεγονός που αποδείκνυε ότι τουλάχιστον έξω απ' τη χώρα τους διέθεταν την αίσθηση της οργάνωσης. Απ' την Αλβανία επίσης προήλθαν μεγάλοι ηγέτες, που έγιναν επαναστάτες βέβαια, αλλά ήταν πρόσωπα περιωπής, όπως ο Αλή πασάς των Ιω-αννίνων και ο Μεχμέτ Αλή, ιδρυτής της σύγχρονης Αιγύ-πτου.
     Οι υπηρεσίες που προσέφεραν οι Αλβανοί στην Πύλη συνετέλεσαν στη μείωση των στοιχείων της επικυριαρχίας της, σε τρόπο ώστε, ως αγαπημένα παιδιά του σουλτάνου, να μπορούν να επιδίδονται ατιμώρητα σε επιδρομές κατά των Ελλήνων ή Σέρβων γειτόνων τους, οποίους λεηλατούσαν σε τακτά διαστήματα. Τα πράγματα κυλούσαν μ' αυτό το ρυθμό ως τη στιγμή που οι ζηλοτυπίες κι οι φιλοδοξίες των δυνάμεων που είχαν πρόσβαση στην Αδριατική θα α-ναδείκνυαν σε έθνος αυτούς τους αρκετά καθυστερημένους νομάδες που ζούσαν στο περιθώριο του πολιτισμού
».