22 Μαΐου, 2018
 Οι Αρβανίτες στην Βοιωτία

ΟΙ ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ ΣΤΗΝ ΒΟΙΩΤΙΑ

 Προέλευση των Αρβανιτών        

       Οι Αρβανίτες κατέβηκαν στην Ελλάδα από την περιοχή της σημερινής Αλβανίας, εκεί που στην αρχαιότητα ήταν η Ιλλυρία. Οι Βυζαντινοί συγγραφείς, από τον 11ο αιώνα, ονομάζουν τη σημερινή χώρα Αλβανία και τους κατοίκους Αλβανούς και Αρβανίτες. Εκτός όμως της ονομασίας αυτής ιστορικά υπάρχουν κι άλλες:

·        Οι ίδιοι οι Αλβανοί ονομάζουν τους εαυτούς τους  Σκιπτάρ και τη χώρα τους Σκιπερία, δηλαδή χώρα των αετών.

·        Οι Τούρκοι τους ονομάζουν Αρναούτ.

·        Στη γκεγκική διάλεκτο, η χώρα λεγόταν Άρμπεν και οι κάτοικοι Άρμπενες.

·        Οι Σλάβοι Αρμπανάς[1].

      Η Ιλλυρία εκτεινόταν κατά μήκος της ανατολικής ακτής της Αδριατικής. Υπάρχει μεγάλη ασάφεια ποια ήταν ακριβώς τα όρια της Ιλλυρίας και η φυλετική προέλευση των Ιλλυριών. Ίσως είναι λαός συγγενικός προς τις ελληνολατινικές φυλές, όπως δείχνει κι ο μύθος του ελληνικής καταγωγής Ιλλυριού[2]. Γλωσσικά, οι Ιλλυριοί συνδέονταν με τους Θράκες και μερικούς από τους Βαλτικούς λαούς[3].

      Αυτό πιθανόν να σχετίζεται με τους Πελασγούς, αφού η Ήπειρος και ιδιαίτερα η Δωδώνη αποτελούσε το κέντρο των Πελασγών. Ο Όμηρος περιγράφει τον Αχιλλέα να προσεύχεται στον Δωδώνιο Δία σαν τον αρχέγονο Θεό των Πελασγών[4].

      Ο Στράβων μνημονεύει τον Ησίοδο, ο οποίος είχε αποκαλέσει τη Δωδώνη έδρανο των Πελασγών[5]. Σύμφωνα πάντως με τον Ηρόδοτο η γλώσσα των Πελασγών δεν ήταν ελληνική[6].

      Το όνομά της προερχόταν από τον Ιλλυριό[7], γιό του Κάδ­μου και της Αρμονίας, οι οποίοι, σύμφωνα με την μυθολογία, αναγκάσθηκαν  να  φύγουν[8] από τη  Θήβα,  και  να  τραπούν προς  τα  βόρεια  σύνορα  της  Μακεδονίας. Εκεί ήδη βρισκόταν η κόρη τους Αγαύη η οποία είχε παντρευτεί τον βασιλιά, Λυκοθέρση[9] τον οποίο σκότωσε και έδωσε τον θρόνο στον πατέρα της[10].

      Η παράδοση οφειλόταν στους Βοιωτούς, που ισχυρίζονταν πώς αυτοί είχαν πρώτοι αποικίσει τη χώρα, και υιοθετήθηκε από όλους τους Έλληνες. Οι Έλληνες και συγ­κεκριμένα οι Κορίνθιοι κι οι άποικοί τους Κερκυραίοι γνώριζαν τους Ιλλυριούς κι έχτισαν στη χώρα τους τις δυο λαμπρές πόλεις Απολλωνία και Επίδαμνο.

      Την επίδραση του ελληνικού πολιτισμού, την υπέστησαν οι Ιλλυριοί από τις αρχές του 4ου αιώνος π.Χ., κι αργότερα στους μακεδονικούς χρό­νους, μετά την υποταγή τους από τον Μέγα Αλέξανδρο. Βραδύτερα, ο Πύρρος, πού είχε εκστρατεύσει εναντίον των Ιλλυριών, μεγάλωσε σε βάρος τους το κράτος του, μέχρι το σημερινό Μαυροβούνιο. Όταν άρχισε η μακεδονική παρακμή, οι Ιλ­λυριοί μεγάλωσαν πάλι το κράτος τους, αλλά αργότερα οι Ρωμαίοι κατέλαβαν ολόκληρη την Ιλλυρία[11]. Οι Ρωμαίοι αναγνώρισαν την στρατιωτική ικανότητα πολλών Ιλλυριών και δεν τους απέκλεισαν ακόμη κι από τον αυτοκρατορικό θρόνο. Όταν διαιρέθηκε η Ρωμαϊ­κή αυτοκρατορία, η Δυτική Ιλλυρία δόθηκε στο δυ­τικό κράτος και ταλαιπωρήθηκε από τις επιδρομές των Γότθων. Η υπόλοιπη Ιλλυρία έγινε μέρος του Βυζαντινού κράτους.

      Η νοητή γραμμή Σκούμπης ποτ. - 'Όρη Μοισίας - Αίμος διαχωρίζει τις επιρροές λατινικής γλώσσας βόρεια και της ελληνικής γλώσσας νότια[12]. Αυτά είναι και τα φυσικά σύνορα της Ελλάδος, όπου βρίσκονται οι ελληνικές περιοχές Β. 'Ηπείρου, Μακεδονίας, Ανατολικής Ρωμυλίας και Θράκης.

      Μετά τις επιδρομές των Γότθων, άρχισε η κάθοδος των Σλάβων, από την οποία πολλά υπέφερε η Ιλλυρία.

      Η Ιλλυρία, αποικία των Βοιωτών, με έντονη Ελληνική παρουσία από το 4ο αιώνα π.Χ. και αναπόσπαστο τμήμα του Μακεδονικού, Ρωμαϊκού και Βυζαντινού κράτους, από κοινού με τον κορμό της Ελλάδος, πρέπει να ήταν μία ελληνικότατη περιοχή. Έλληνες αποκαλεί τους Ιλλυριούς ο Ιωάννης Λυδός του 6ου αιώνα και ελληνικά ήσαν τα ονόματα όλων των πόλεων κατά τον 10ο αιώνα, όπως Τραγύριον, Σαλώνα, Επέτειον κ.λπ.[13]

 Ονομασίες

      Albus (alba, album) σημαίνει στα Λατινικά ο υψηλός, ο ορεινός (ή ο λευκός λόγω των χιονισμένων κορυφών) και υπάρχουν  τουλάχιστον 25 αναφορές σε ορεινές περιοχές, εντός και εκτός της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, με την  επωνυμία Αλβανία. Αντίθετα, η περιοχή της σημερινής «Αλβανίας» ονομάζεται, από όλους, Ιλλυρία και Ιλλυρικόν.

      Η Ελληνική γλώσσα κατά την Ρωμαίο-Βυζαντινή περίοδο από τα τέλη του 4ου μέχρι και τον 14ον αιώνα  αποτελούσε, αν όχι την επίσημη γλώσσα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας,  με βεβαιότητα όμως την κύρια γλώσσα όλων των τότε λεγόμενων ρωμιών, από τα Θέματα της κάτω Ιταλίας μέχρι και τα ανατολικότερα βυζαντινά Θέματα της Ασίας. Είναι λογικό επομένως να τίθεται το ερώτημα. Πώς η σημερινή Αλβανία, παρά το ότι υπήρξε τόσο γειτονική στους Έλληνες και τόσο συγγενική σε αυτούς αλλά και τόσο στενά συνδεδεμένη με το Βυζάντιο, να έχει σήμερα  άλλη γλώσσα και γραφή;

      Ο Λαονικος Χαλκοκονδύλης (1430-1490), γράφει:  Ουδόλως φρονώ ότι οί Αλβανοί ύπάρχουσιν Ίλλυρικόν γένος ώς τίνες λέγουσιν ...

      Η λογική επεξεργασία δεν βρίσκει άλλη απάντηση πέρα από την υπόθεση ότι κάτι συνέβη την περίοδο της Βυζαντινής εποχής που αλλοίωσε εθνολογικά και γλωσσολογικά την ευρύτερη περιοχή της σημερινής Αλβανίας.

      Σε μία περίοδο 1000 ετών, όπου έγιναν ριζικές ανακατατάξεις στους λαούς όλων των Ευρωπαϊκών χωρών, δεν μπορούμε να θεωρήσουμε την Αλβανία ανεπηρέαστη τη στιγμή μάλιστα που στο ύψος της Θράκης και της Μακεδονίας η αναλογία ελληνικού και σλαβικού πληθυσμού ήταν σχεδόν ίση, ενώ βορειότερα ο σλαβικός πληθυσμός ήταν ασυγκρίτως πολυπληθέστερος του ελληνικού[14].

      Από μπορεί να προήλθαν οι Αλβανοί;

      Μετά την άλωση της Τροίας και τη διαφυγή του Αινεία στην Ιταλική χερσόνησο, ο γιος του Ασκάνιος ίδρυσε την πόλη Άλβα, παρά το Αλβανόν όρος και τον Αλβανό ποταμό, ο οποίος αργότερα ονομάσθηκε Τίβερης. Μετά την κτίση της Ρώμης και τη δημιουργία του Ρωμαϊκού κράτους, οι Αλβανοί έγιναν υπήκοοι των Ρωμαίων, γρήγορα όμως ξεσηκώθηκαν, αλλά νικήθηκαν από τους Ρωμαίους και άλλοι φονεύθηκαν, ενώ άλλοι αναγκάστηκαν να μετασταθμεύσουν, καθώς η πόλη τους καταστράφηκε. Στην αρχαία ελληνική γραμματεία όμως δεν φαίνεται κάποια μετακίνηση προς την Ιλλυρία.

      Αλβανία ονομαζόταν και χώρα του Καυκάσου, κοντά στην Κασπία (το σημερινό Νταγκεστάν και βόρειο Αζερμπαϊτζάν). Οι τρεις δίοδοι που οδηγούσαν από τα δυτικά προς τον ανατολικό Καύκασο, λέγονταν Αλβανικές Πύλες. Ο Στράβων αναφέρει πως οι Αργοναύτες είχαν φτάσει ως εκεί, και πως οι κάτοικοί της ήταν μεγα­λόσωμοι, ασχολούμενοι με την κτηνοτροφία. Τη θέση της περιγράφει με σαφήνεια ο Πτολεμαίος και βεβαιώνουν εκτός από τον Στράβωνα και όλοι οι Βυζαντινοί συγγραφείς. Αργότερα, μετά την εποχή του Ηρακλείου, εξαφανίσθηκαν. Πιθανόν να αναμίχθηκαν με Αρμενίους και άλλους. Και για αυτούς, από την αρχαία ελληνική γραμματεία, δεν φαίνεται κάποια μετακίνηση προς τα Βαλκάνια.

      Το όνομα αναφέρεται για πρώτη φορά στη σημερινή τους θέση από τον Πτολεμαίο, τον 2ο μ.Χ. αιώνα, όπου στην αναφορά των πόλεων της Μακεδονίας περιλαμβάνει και κάποια περιοχή Αλβανών[15] με πόλη την Αλβανόπολη. Η Μακεδονία, στη συγκεκριμένη αναφορά, εκτείνεται δυτικά μέχρι του Ιονίου πελάγους, περιλαμβάνοντας και τη νήσο Σάσωνα. Βόρεια της Μακεδονίας βρίσκεται η Ιλλυρία και νότια η Ήπειρος.

      Στα δυτικά όρια της Μακεδονίας, από Δυρράχιο και κάτω κατοικούν Ταυλαντίοι, Ελιμιώτες και Ορεστίδιοι, ενώ στο εσωτερικό Αλβανοί με μία μόνο πόλη, την Αλβανόπολη. Μαρτυρείται  μάλιστα  και επισκοπή Αλβανουπόλεως[16]Σύμφωνα με μια εκδοχή[17], οι στρατιώτες που φύλαγαν κατά τους χρόνους της ρωμαϊκής κυριαρχίας την περίφημη Εγνατία η οποία ξεκινούσε από το Δυρράχιο και έφθανε μέχρι το Βυζάντιο, κατάγονταν από την περιοχή του Αλβανού όρους.

      Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος για την εποχή του Ηρακλείου περιγράφει την απέλαση των Ρωμάνων της Ιλλυρίας μέχρι και του Δυρραχίου και τον εποικισμό αυτής υπό των Αβάρων[18].

      Οι Άβαροι ήταν νομαδικός λαός της Ευρασίας, που εμφανίστηκε στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη κατά τον 6ο αιώνα. Κυριάρχησαν στην πεδιάδα της Παννονίας[19] μέχρι τον 9ο αιώνα, αλλά κατόπιν το όνομά τους εξαφανίζεται από τα ιστορικά κείμενα. Κατά πάσα πιθανότητα οι Άβαροι αναμίχθηκαν με τους Σλάβους που δημιούργησαν νέα κράτη στην περιοχή.

      Την πιθανότητα εποικισμού της σημερινής βόρειας Αλβανίας από Αβάρους ενισχύει το γεγονός ότι ο ποταμός Σκούμπης δε χωρίζει απλά στα δύο την Αλβανία. Είναι το φυσικό σύνορο ανάμεσα σε δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους όπου ζουν τα δύο σημαντικότερα από τα αλβανικά φύλα: Οι Γκέγκηδες στο Βορρά και οι Τόσκηδες στο Νότο. 

      Ειδικότερα οι Γκέγκηδες[20] διακρίνονται από τις άλλες αλβανικές φυλές, όπως είναι οι Τόσκηδες, Λιάπηδες[21], Τσάμηδες κ.λπ., και ανθρωπολογικά, πολύ δε περισσότερο από τα έθιμά και το γλωσσικό τους ιδίωμα. Είναι μουσουλμάνοι ή καθολικοί, ενώ οι Τόσκηδες ορθόδοξοι χριστιανοί.

      Από την παραπάνω ανάλυση δεν φαίνεται καθαρά η ποσοτική φυλετική σύνθεση των σημερινών κατοίκων της περιοχής, οπωσδήποτε όμως αυτοί που έφυγαν για να κατοικήσουν στην Θεσσαλία και τη νότια Ελλάδα, είχαν υποστεί μικρότερη επιμιξία από αυτούς που έμειναν εκεί.

      Στον πόλεμο του Βασιλείου Β' κατά των Βουλγάρων, ο στρατηγός Δαβίδ ο Αρειανίτης φαίνεται να ήταν Αλβανικής καταγωγής. Η φυλή αυτή αρχίζει να φαίνεται από το τέλος του 12ου αιώνα και ουσιαστικά από τα μέσα της Φραγκοκρατίας. Με το όνομα Αλβανοί, εμφανίζονται για πρώτη φορά  το 1043, όταν προσέφεραν τη συνδρομή τους στον στασιαστή στρατηγό Γεώργιο Μανιάκη[22]. Αργότερα στα χρόνια των Κομνηνών, συνέδραμαν άλλον ένα στασιαστή, το Νικηφόρο Βασιλάκιο[23] (1080). 

      Οι Αλβανοί πρωτοαναφέρονται στις Βυζαντινές πηγές από τον Μιχαήλ Ατταλειάτη και αργότερα – ως Αρβανίτες από το Άρβανον – στο βιβλίο της Άννας Κομνηνής, "Αλεξιάς". Το βιβλίο ασχολείται με τις ταραχές στην περιοχή του Αρβάνου που προκάλεσαν οι Νορμανδοί κατά τη διάρκεια της βασιλείας του πατέρα της, αυτοκράτορα Αλέξιου Α' Κομνηνού (1081  1118).

      Στην «Ιστορία»[24] (1079 – 1080 μ.Χ.), ο Βυζαντινός ιστορικός Μιχαήλ Ατταλειάτης ήταν ο πρώτος που ανέφερε τους Αλβανούς ως έχοντες λάβει μέρος σε εξέγερση εναντίον της Κωνσταντινούπολης το 1043 μ.Χ. και τους Αρβανίτες ως υποτελείς του Δούκα του  Δυρραχίου  Νικηφόρου  Βασιλιάκη (τέλη 1078 ή αρχές 1079).

      Ωστόσο, μια λεπτομερής ανάλυση του αυθεντικού κειμένου του Ατταλειάτη, όπου αναφέρονται δύο φορές "Αλβανοί" και μία φορά "Αρβανίτες", οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο μεν όρος "Αλβανοί" αναφέρεται σε Νορμανδούς που είχαν κατέλθει πρόσφατα στην Ιταλία από την "πέραν των Άλπεων Γαλατία", ενώ ο όρος "Αρβανίται" στους κατοίκους των Βαλκανίων. Αυτή η αναφορά του Ατταλειάτη σε "Αρβανίτες" φαίνεται να είναι και η πρώτη τεκμηριωμένη αναφορά στους Αρβανίτες της Βαλκανικής.

      Το Άρβανο πρέπει να ήταν δυτικά της Οχρίδας λίμνης και αποτελούσε μιας ημιαυτόνομη περιοχή[25] από 1190 – 1255 με εξάρτηση αρχικά από το Βυζάντιο και μετά από το Δεσποτάτο της Ηπείρου, ενώ διατηρούσε στενές σχέσεις με τη Σερβία[26].

      Η Αλβανία, τουλάχιστον το νότιο τμήμα της, αποτελούσε βυζαντινή κτήση μέχρι το 1204. Αλλά και όταν έπεσε η Κωνσταντινούπολη στα χέρια των σταυροφόρων, η περιοχή του Δυρραχίου και κάτω αποτέλεσε τμήμα του ελληνικού δεσποτάτου της Ηπείρου. Μάλιστα ο δεσπότης της Ηπείρου Θεόδωρος Άγγελος (1215-1230) έκτισε το και σήμερα σωζόμενο φρούριο του Δυρραχίου, πάνω στο οποίο υπήρχε σχετική επιγραφή, που δημοσιεύτηκε το 1854[27].

      Μετά από λίγο τη θέση των Ηπειρωτών πήρε ο γαλλικός οίκος των Ανδεγαυών (Anjou) που δημιούργησαν με έδρα το Δυρράχιο το Βασίλειο της Αλβανίας[28] (1272). Μετά την ανάκτηση της Κωνσταντινουπόλεως (1261) από τον Μιχαήλ Παλαιολόγο επανέρχεται η κυριαρχία των Βυζαντινών στην Αλβανία, η οποία διακόπτεται από την παρουσία του ισχυρού ηγεμόνα των Σέρβων Στέφανου Δουσάν (1291-1355) που στερεώνει τη σερβική κυριαρχία σ’ όλη την Αλβανία και χρησιμοποιεί τους Αλβανούς στις πολεμικές επιχειρήσεις του.

      Μετά  το  θάνατο  του  Δουσάν (1355)  δημιουργούνται  στην  Αλβανία  και  τα  πρώτα  κρατικά μορφώματα  από  ιθαγενή  στοιχεία,  όπως  οι  αδελφοί  Balsici  στη  βόρεια  Αλβανία  και  ο  Κάρολος  Θώπια  (13591388)  στη  μέση  Αλβανία  με  κέντρο  το  Δυρράχιο.  Εν  τω  μεταξύ  έχουν  εμφανισθεί  οι  Οθωμανοί  Τούρκοι  που  απειλούν  την  Χερσόνησο  του  Αίμου.  Οι  Αλβανοί  είναι  από  τους  λίγους  λαούς  που  πολέμησαν  αρχικά  με  τόσο  πείσμα  εναντίον  των  Τούρκων. 

      Σύμφωνα με τον Παπαρρηγόπουλο (6ος σ.15-16) οι Αλβανοί είναι ντόπιοι, ένα πιθανό κράμα των αρχαίων κατοίκων της χώρας, δηλαδή των Ιλλυριών, με τα διάφορα έθνη που κατά καιρούς εγκαταστάθηκαν εκεί, όπως των αρχαίων Ελλήνων, των Ρωμαίων, των Γότθων, των μεσαιωνικών Ελλήνων, των Σλάβων και των Τούρκων. Η ομιλούμενη γλώσσα μαρτυρεί αυτή την καταγωγή διότι αποτελείται από λέξεις που ανήκουν στα έθνη αυτά. Διατήρησαν την ονομασία Ιλλυριοί μέχρι του έτους 200 μ. Χ. Το όνομα Αλβανοί, πάντα κατά τον Παπαρρηγόπουλο, προέρχεται από την Αλβανούπολη του Πτολεμαίου, το σημερινό Ελμπασάν. Το όνομα Αρβανίτες από την Ιλλυρική νήσο Άρβαν την οποία αναφέρει ο Πλίνιος.

      Η σύγχρονη αλβανική γλώσσα αρχίζει να διαμορφώνεται περί τον 15ο αιώνα και χωρίζεται σε δύο διαλέκτους, την Γκεκική και την Τοσκική. Στη σύγχρονη αλβανική διασώζονται λίγα αρχαιοελληνικά στοιχεία, πλείστα όμως λατινικά.

      Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι το όνομα Αλβανία και Αλβανός δεν σχετίζεται με μετανάστευση λαών αλλά προέρχεται, κατά βάση, από τα υψηλά και χιονισμένα όρη, ονομασία λατινική η οποία φαίνεται από τον 12ο αιώνα και μετά. Οι Αρβανίτες, σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή[29], πήραν το όνομα από το Άρβανο.

 Οι Αρβανίτες στην Ελλάδα

      Η ειρηνική διείσδυση Αλβανών στις βόρειες ελληνικές χώρες προσδιορίζεται χρονικά πριν από τον 12ο αιώνα. Έτσι έχουμε αλβανόφωνους κατοίκους της Μακεδονίας οι οποίοι ζούσαν μεμονωμένα σε χωριά των καζάδων Ανασελίτσας, Καστοριάς, Φλώρινας και σε συμπαγείς μάζες στον καζά της Κορυτσάς. Η Ελληνική όμως γλώσσα επιβλήθηκε βαθμιαία στα μεγάλα κυρίως κέντρα και οι οικογένειες αυτών εξελληνίστηκαν.

      Μετά τον 10ο αιώνα, ιδίως δε στην διάρκεια του 14ου αιώνος, έλαβαν χώρα αθρόες μεταναστεύσεις Αλβανών. Κυρίως Γκέγκες μετανάστευσαν προς το γειτονικό Κοσσυφοπέδιο, του οποίου άλλαξαν την εθνολογική δομή. Σε πολύ μικρότερο αριθμό κατήλθαν αλβανόφωνοι και στην Ήπειρο, την Πελοπόννησο και την λοιπή νότιο Ελλάδα. Οι κατελθόντες στην Ελλάδα τότε «Αρβανίτες» ήσαν Βορειοηπειρώτες και Τόσκες, πολλοί των οποίων μιλούσαν ήδη ελληνικά. Τούτο φαίνεται και από το γεγονός ότι οι Αρβανίτες της Ελλάδας δεν αποκάλεσαν ποτέ τους εαυτούς τους Σκιπετάρ, ούτε καν γνώριζαν τη λέξη.

      Όπως είναι γνωστό, η φραγκοκρατία κράτησε στη Βοιωτία επί δυόμισι αιώνες (1204 – 1460) και άρχισε με τους Γάλλους. Οι Καταλανοί επιβλήθηκαν το 1311 με τη μάχη της Κωπαΐδας και απομακρύνθηκαν από τους Ιταλούς το 1387. Αντίθετα η Θεσσαλία εναλλασσόταν μεταξύ Φράγκων, Ηπειρωτών, Βυζαντινών, Σέρβων, πάλι Βυζαντινών και Τούρκων.

      Οι λόγοι που οδήγησαν τους Αρβανίτες στην μετανάστευση ήταν κοινωνικο-πολιτικοί[30]. Όταν δημιουργήθηκε το Δεσποτάτο της Ηπείρου στις αρχές του 13ου αιώνα, οι Αλβανοί μισθοφόροι στρατιώτες πολεμούσαν με το μέρος της Ηπείρου εναντίον των Σλάβων και των Βενετών[31]. Για τις υπηρεσίες που προσέφεραν οι Αλβανοί κατά τη διάρκεια των στρατιωτικών επιχειρήσεων, η αλβανική αριστοκρατία πήρε σημαντικούς αυλικούς τίτλους. Αυτοί οι Αλβανοί αριστοκράτες, τοποθετούνταν επικεφαλής πολλών περιοχών, διαβρώνοντας έτσι σταδιακά το παλιό βυζαντινό διοικητικό σύστημα. Από παραδοσιακοί πατριαρχικοί αρχηγοί μεταλλάσσονταν σε άρχοντες. Το καινούργιο καθεστώς που επέβαλλαν οι άρχοντες αυτοί στη γη, αποστερούσε την περιουσία από τους κατοίκους που συχνά έχαναν και την ελευθερία τους[32].

      Προσπαθώντας να ξεφύγουν από την νέα αυτή κατάσταση, οι Αρβανίτες υποχρεώθηκαν να αποκτήσουν νομαδικές συνήθειες. Βλέπανε τη μετανάστευση ως μοναδική λύση στα προβλήματα που δημιουργούσε η μονοπώληση των εδαφών τους από τους Αλβανούς άρχοντες που γίνονταν όλο και πιο βίαιοι.

      Να σημειωθεί ότι οι Αρβανίτικοι πληθυσμοί ήταν και παρέμειναν πιστοί στην Ελληνική Ορθοδοξία, αντίθετα με τους Αλβανούς που ασπάστηκαν θρησκείες όπως ο Μουσουλμανισμός και ο Ρωμαιοκαθολισμός ανάλογα με τα δικά τους συμφέροντα.

      Κατά το ΙΔ' αιώνα «κα­τόπιν χρυσοβούλλου και προστάγματος» αρκετοί Αρβανίτες βρίσκονται εγκατεστημέ­νοι στα ορεινά της Θεσσαλίας, όπου ζουν κατά πατριαρχικές ομάδες (φάρες) «αβασίλευτοι Μαλακάσιοι, Μπούιοι και Μεσαρίτες», ενώ αργότερα στην Αιτωλία και Ακαρνανία[33]. Ο τοποτηρητής του δουκάτου των Αθηνών (1317-1330), επιδίωξε να επεκταθεί προς βορρά, αλλά  η προέλασή του προς τη Θεσσαλία ανακόπηκε από τα στρατεύματα της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Στην αναστολή αυτή της κινήσεώς του συνέβαλαν και μεγάλα πλήθη Αρβανιτών, που εμφανίσθηκαν τότε στην Θεσσαλία και αναχαίτισαν την προς βορρά ορμή των Καταλανών. Όπως προανέφερα, οι Αρβανίτες, φεύγοντας από τα άγονα όρη της πατρίδας τους με τις πολλές επιδρομές, τους εμφυλίους πολέμους και τους εκεί διεξαγόμενους αδιάλειπτους αγώνες μεταξύ Βυζαντινών και Ιταλών και διαφόρων άλλων επιδρομέων, έφθαναν στην Θεσσαλία, στην αρχή για λεηλασία και στη συνέχεια για οριστική εγκατάσταση. Οι Αρβανίτες επειδή έφεραν μαζί τους τις γυναίκες τους, αυξήθηκαν γρήγορα και άρχισαν να αντικαθιστούν τους Βλάχους, οι οποίοι μέχρι την εποχή εκείνη αποτελούσαν το τον κυρίαρχο πληθυσμό της Θεσσαλίας και εξαιτίας αυτού του γεγονότος, είχε ονομασθεί Μεγαλοβλαχία.

      Οι Ενετοί υπέθαλπαν την αρβανίτικη μετανάστευση την οποία θεωρούσαν συμφέρουσα, αφού αποτελούσε φραγμό και απασχόληση των Καταλανών. Και πράγματι, οι Καταλανοί δεν μπόρεσαν να επιχειρήσουν νέες επιθέσεις κατά των γειτόνων τους, ενώ οι προσπάθειες τόσο των Καταλανών, όσο και των Ελλήνων, να αποκρούσουν τους Αρβανίτες ή να τους πείσουν να φύγουν, απέ­τυχαν, διότι αυτοί, όχι μόνον δεν έφευγαν, αλλά αυξάνονταν καθημερινά με την άφιξη νέων. Έτσι η Θεσσαλία όλη, εκτός από τα φρούρια που κατείχαν οι Έλληνες ή οι Καταλανοί, καταλήφθηκε μόνιμα από τους Αρβανίτες, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν εκεί οριστικά. Το 1348, όταν λήγει η βυζαντινή κυριαρχία στη Θεσσαλία και αρχίζει η σερβοκρατία, κυριεύονται μεγάλα τμήματα πρώτα της Μακεδονίας, έπειτα της Ηπείρου και της Θεσσαλίας και διευκολύνεται η κάθοδος σ' αυτά και άλλων Αρβανιτών και Αρβανιτοβλάχων[34] χρησιμοποιώντας πολλούς απ' αυτούς ως μισθοφόρους[35].

      Την ίδια εποχή ο πληθυσμός της νότιας Ελλάδας έχει αραιωθεί σημαντικά από τις επιδρομές των Τούρκων και των Ναβαραίων, από τους πολέμους των Φράγκων και προ παντός από εξαιτίας των λοιμωδών νοσημάτων, που έφεραν οι Τούρκοι από την Ασία, και αποδεκάτιζαν τη χώρα. Ειδικότερα :

·        Με τις πολλές και προς κάθε κατεύθυνση εκστρατείες των Καταλανών, επήλθε ερήμωση της χώρας, διότι οι Καταλανοί έκλεβαν τις εκκλησίες, φόνευαν τους ιερείς και έπεφταν σαν ακρίδες μετά την εξάντληση των πόρων της μίας επαρχίας στην άλλη.(Τσεβά, 2/99)

·        Η χολέρα, η πανώλη, ο εξανθηματικός τύφος και η ευλογιά έπεφταν με μορφή επιδημίας στο δουκάτο Αθηνών κατά συχνά χρονικά διαστήματα και οι δυστυχείς κάτοικοι δεν αποδεκατίζονταν μόνον, αλλά πολλοί εγκατέλειπαν τα χωριά τους κτίζοντας νέα σε κοντινή σχετικά θέση.

o   Το 1348 η πανούκλα, που έμεινε γνωστή στη μεσαιωνική ιστορία σαν Μαύρος Θάνατος, θερίζει τη Μεσόγειο και ολόκληρη την ηπειρωτική Ευρώπη, από τη Μόσχα ως τη Φλάνδρα. Οι πληθυσμοί των Ελληνικών ακτών και των νήσων αποδεκατίζονται[36].

      Αρβανίτες που είχαν εγκατασταθεί στη Θεσσαλία, είτε με πρόσκληση αρχόντων των Αθηνών και της Πελοποννήσου, είτε πιεζόμενοι από τους Σέρβους του Στέφανου Δουσάν (1348) που είχαν καταλάβει την Θεσσαλία, άρχισαν να κατεβαίνουν νοτιότερα σαν νομάδες ή στρατιώτες, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους ως ιππείς, ιδίως στους Καταλανούς εναντίον των Ναβαραίων[37]. Στην Πελοπόννησο κάλεσε 10 χιλ. αρβανίτες ο Μανουήλ Καντακουζηνός, γύρω στο 1370, στις οποίες παραχώρησε γαίας για εγκατάσταση, και αργότερα, γύρω στο 1400, άλλες 10 χιλ. ο Θεόδωρος Παλαιολόγος. Στα μέρη που εγκαταστάθηκαν υπηρετούσαν και ως μισθοφόροι.

      Το 1378 Σώμα Ναβαρραίων κατέλαβε την Κέρκυρα και στη συνέχεια στράφηκε εναντίον της Καταλανικής εταιρείας, η οποία κατείχε εδάφη στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα. Οι Ναβαρραίοι κατέλαβαν τα Σάλωνα, τη Βοιωτία και την Αίγινα. Συγκεκριμένα, το 1379 ο Χουάν ντε Ουρτούμπια επιτέθηκε στη Βοιωτία και κατέλαβε τη Θήβα. Στη συνέχεια όμως, οι Καταλανοί συνασπίστηκαν με τους Βενετούς και με τη βοήθεια του Βασιλιά της Αραγωνίας, υποχρέωσαν του Ναβαρραίους να εγκαταλείψουν τη Στερεά Ελλάδα και να κατευθυνθούν στην Πελοπόννησο.

      Επειδή η επιδρομή των Ναβαραίων επέφερε μεγάλα κενά στο δουκάτο των Αθηνών, διότι άλλοι από τους κατοίκους φονεύθηκαν και άλλοι μετανάστευσαν, ο Δούκας των Αθηνών, το έτος 1382 κάλεσε Αρβανίτες, για να πυκνώσουν τον πληθυσμό, στους οποίους παραχώρησε γη και διετή ατέλεια. Αυτό το έπραξε διότι είχε ανάγκες τόσο σε γεωργούς και κτηνοτρόφους, όσο και για την απόκρουση επικείμενων επιδρομών. Ταυτόχρονα ο Καταλανός διοικητής Ραμόν ντε Βιλανόβα για να εξασφαλίσει την επικυριαρχία του στον Βοιωτικό χώρο, εγκατέστησε Αρβανίτες στην Λοκρίδα, αλλά και άλλους από αυτούς σε χωριά της Βοιωτίας, μεταξύ των οποίων τα χωριά: Βρασταμίτης (Υψηλάντης) Ζαγαράς (Ευαγ­γελίστρια), Ζερίκια (Ελικών), Κυριάκι, Σιάχος (Πέτρα), Σουληνάρι (Σωληνάρι), Δομβραίνα, Στροβίκι και Χώστια[38].

      Τότε φαίνεται ότι έγινε η μεγάλη αρβανίτικη εποίκηση στην Αττική και Βοιωτία. Σε λίγο βλέπουμε 1500 Αρβανίτες ιππείς να περιτρέχουν την Αττική για να επιβάλουν την τάξη. Ανάλογη αστυνόμευση γινόταν και στην Βοιωτία.

      Ο ηγέτης των Ιταλών Νέριος είχε μισθοφόρους Αρβανίτες στην Κόρινθο, τους οποίους εγκατέστησε αργότερα στην Αττική και την Βοιωτία. Έτσι διπλασιάσθηκε ο αρβανίτικος πληθυσμός. Εγκατάσταση Αρβανιτών έγινε και αργότερα στα ορεινά της Βοιωτίας μετά την κατάληψη, από τον Κάρολο Τόκκο[39] το 1418, του Δεσποτάτου της Ηπείρου και την κάθοδο των Αρβανιτών στην Αττική. Από την Αττι­κή κινήθηκαν σιγά – σιγά και προς τα νησιά  Σαλαμίνα, Πόρο, Ύδρα, Σπέτσες, αφού η ερήμωσή τους οδήγησε στον εποικισμό από Αρβανίτες.

      Οι Τούρκοι όταν καταλαμβάνουν τη Θεσσαλία (1393) και την Φωκίδα, πιέζουν τους εκεί Αρβανίτες και τους αναγκάζουν να καταφύγουν στην κυρίως Ελλάδα. Ο εποικισμός που είχε αρχίσει το 1388 συνεχίστηκε μέχρι το 1430. Επί Αντωνίου Ατζαϊώλη (1402-1435) έγινε η δεύτερη μεγάλη κάθοδος Αρβανιτών, αλλά λόγω κάποιου λοιμού έφυγαν και πήγαν στην Αργολίδα και τα νησιά, ενώ 300 οικογένειες Αρβανιτών πήγαν στην Εύβοια.

      Από τους Αρβανίτες, που πήγαν στην Πελοπόννησο, πολλοί μετανάστευσαν στην Καλαβρία και την Σικελία μετά την κατάληψη του Μοριά από τους Τούρκους και τη στυγνή κυριαρχία που επέβαλαν. Ποσοτικά, πρέπει να έμειναν πολύ λίγοι «Αρβανίτες» έκτοτε στην Ελλάδα.

      Εδώ είναι ανά­γκη να τεθεί υπόψη όχι μόνο το θέμα της ειρηνικής συμβίωσης και των επιμιξιών Ελληνοφώνων και Αρβανιτών, αλλά και του εξαρβανιτισμού ορισμέ­νων ελληνικών χωριών στις περιοχές, όπου είχαν εγκατασταθεί πυκνοί ορθόδοξοι αρβανίτικοι πληθυσμοί[40].

      Εξάλλου, η άφιξη των Αρβανιτών συμπίπτει με τις αρχές του νέου ελληνισμού[41], οι οποίες τοποθετούνται στο 1204, οπότε διαμορφώνουν από κοινού τη νεώτερη Ελλάδα.

      Δεν υπάρχουν περισσότερα στοιχεία που να επιτρέπουν την ασφαλή αναδημιουργία του τρόπου με τον οποίο έγινε η εγκατάσταση των Αρβανιτών.

      Πόσοι ήταν όμως οι Αρβανίτες που κατέβηκαν στην Βοιωτία;

      Με την κατάκτηση της Ελλάδος από τους Τούρκους άρχισε η καταγραφή του πληθυσμού στα οθωμανικά κατάστιχα. Η καταγραφή επαναλαμβανόταν κάθε 40 με 50 χρόνια. Κάθε εγγραφή εκτός από το όνομα, περιελάμβανε την οικογενειακή και την οικονομική κατάσταση, για να διευκολύνεται η είσπραξη των φόρων. Μιλάμε για την πρώτη οθωμανική περίοδο, όπου επιτρεπόταν η ατομική ιδοκτησία. Η μελέτη αυτών των καταστίχων για την Βοιωτία έγινε από τον Κιελ ο οποίος και συνέταξε τους χάρτες[42] που θα δούμε.

      Στον χάρτη φαίνονται οι κατωκημένοι τόποι της Βοιωτίας κατά το Βυζάντιο και την Φραγκοκρατία. Ο προσδιορισμός έγινε από την μελέτη των κεραμικών, ιστορικές πηγές και τα υπάρχοντα μνημεία.

      Το 1466[43] βλέπουμε μία ολική κατάληψη των πεδινών χώρων από Αρβανίτες και συσσώρευση των Ελλήνων γύρω και επί του Ελικώνος. Τούτο οδηγεί σε σκόπιμη εκκένωση των πεδινών χωριών, προκειμένου να διευκολυνθεί η εγκατάσταση των Αρβανιτών, καθώς και η ενασχόλησή τους αποκλειστικά με τα σιτηρά, τα οποία και ενδιέφεραν πρωταρχικά τους εκάστοτε κατακτητές. Για να πετύχουν αυτό πρέπει να απαλλοτρίωσαν τις περιουσίες των ντόπιων και να τις έγραψαν στους Αρβανίτες εποίκους, οπότε δικαιολογείται η παντελής ανυπαρξία Ελλήνων κατοίκων στους Οθωμανικούς φορολογικούς καταλόγους.    Στο χάρτη βλέπουμε με μαύρους κύκλους τα ελληνόφωνα χωριά και με τετράγωνα πλαίσια τα αρβανίτικα. Τα αρβανιτοχώρια είναι μικροί οικισμοί των μιάς έως 30 οικογενειών, εκτός από τους Τσουκαλάδες, τον Άγιο Γεώργιο και την Τάτιζα που είναι των 31-50 οικογενειών. Κάτω δεξιά αναγράφεται ο πληθυσμός της Λιβαδειάς και της Θήβας με Έλληνες και μουσουλμάνους.

      Το 1506 βλέπουμε τα χωριά να μεγαλώνουν αλλά και πάλι τα αβανιτοχώρια να είναι σαφώς μικρότερα από τα ελληνόφωνα. Και πάλι η Θήβα δεν έχει μουσουλμάνους. Ο υπερδιπλασιασμός των κατοίκων της Παναγιάς μέσα σε 40 χρόνια, δείχνει την προσέλευση και κατοίκων του κάμπου που δεν ήθελαν αρχικά να εγκαταλείψουν τα χωριά τους.       

      Το 1570 τα χωριά μεγαλώνουν και άλλο. Είναι η μεγαλύτερη ανάπτυξη κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας. Τα μαύρα τρίγωνα βρίσκονται συνήθως κοντά στους ελληνόφωνους οικισμούς και περιλαμβάνουν άτομα αγνώστου εθνικότητας. Εδώ η μεγάλη έκπληξη είναι η αύξηση της Παναγιάς και της Κάπρενας που γίνονται ίσα με τη Θήβα και τη Λιβαδειά.

      Το 1642 βλέπουμε τη Γρανίτσα να γίνεται πολύ μεγάλο χωριό, αλλά σχεδόν όλα τα άλλα αρβανιτοχώρια να ξαναγίνονται μικρά. Η Παναγιά μειώνει τον πληθυσμό της κάτω από το ¼ και εμφανίζεται δίπλα της το Ερημόκαστρο με ανάλογο πληθυσμό. Ο υπόλοιπος πληθυσμός της Παναγιάς μοιράστηκε σε 12 τσιφλίκια. Αρχίζει η δεύτερη οθωμανική περίοδος όπου κυριαρχούν οι μονοκαλλιέργειες. Στη Θήβα και τη Λιβαδειά εμφανίζονται Εβραίοι.

      Ακόμη πιο δραματική είναι η κατάσταση το 1687, αλλά από την εξαφάνιση και πάλι του Ερημοκάστρου, φαίνεται ότι στον χάρτη υπάρχουν λάθη.

      Στη διαφάνεια φαίνονται αριθμητικά τα ελληνόφωνα χωριά και το σύνολο του πληθυσμού σε κάθε απογραφή.

      Ανάλογη εικόνα και για αρβανιτοχώρια[44].

      Συγκρίνοντας τους πληθυσμούς βλέπουμε ότι υπερτερούν ελαφρώς οι Ελληνόφωνες. Στον αριθμό των Ελληνοφώνων πρέπει να προσθέσουμε και κάποιους που δεν εγκατέλειψαν τα χωριά τους, π.χ. ο Wheler είχε μαζί του κάποιον Ioannaki από το Ερημόκαστρο, οπότε ο γηγενής πληθυσμός ήταν ακόμη μεγαλύτερος των εποίκων.

      Το ίδιο φαίνεται και στο ιστόγραμμα, αλλά εδώ είναι χαρακτηριστική η αύξηση και η μείωση του πληθυσμού ανάλογα με την οικονομική περίοδο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

       Σύμφωνα με το Γάλλο πρόξενο Ζιρώ, το 1674 μεταξύ Μοριά, Αθηνών, Θηβών και Ευρίπου ζουν εξήντα περίπου χιλιάδες Αρβανίτες, όλοι άνθρωποι μεγάλης αντοχής και πολύ γρήγοροι στα πόδια[45]. Υπέρ αυτού συνηγορεί και η περιγραφή του Εβλιά Τσελεμπή, ο οποίος πέρασε από την περιοχή 10 χρόνια πριν τον Ζιρώ[46]. Ο αριθμός αυτός είναι πολύ μικρός, όταν μόνο στην Πελοπόννησο εγκαταστάθηκαν 20.000 έποικοι. Για να είναι τα στοιχεία ακριβή πρέπει να αφομοιώθηκε το μεγαλύτερο μέρος των Αρβανιτών, ή ο αρχικός αριθμός των εποίκων να ήταν υπερβολικός. Αν θεωρήσουμε ότι μέσα σε 300 χρόνια διπλασιάστηκε ο πληθυσμός, τότε ο συνολικός αριθμός των Αρβανιτών που κατέβηκαν στην Ελλάδα θα ήταν 30.000. Αφαιρώντας τις  20.000 της Πελοποννήσου, απομένουν 10.000 άτομα για να μοιρασθούν σε Αττική, Βοιωτία, Εύβοια και νησιά, οπότε αυτοί που ήλθαν στην Βοιωτία δεν πρέπει να ήσαν περισσότεροι από 4.000. Ο αριθμός αυτός προκύπτει και από τον απογραφικό χάρτη του 1466 όπου εμφανίζονται 50 μικρά χωριά με 1-30 οικογένειες Αρβανιτών το καθένα και 3 μεγαλύτερα με 31-50 οικογένειες. Σύνολο πληθυσμού : 50Χ15+3Χ40=870 οικογένειες ή 3.420 Αρβανίτες σε ολόκληρη την Βοιωτία.

      Αυτοί που εγκαταστάθηκαν στην Αττικοβοιωτία άρχισαν να καλλιεργούν τα σιτηρά και να βόσκουν αιγοπρόβατα. Τις μακροχρόνιες καλλιέργειες δεν τις άγγιζαν. Σύμφωνα με τα Οθωμανικά δεφτέρια, οι Αρβανίτες συμμετείχαν μετά βίας στο κρασί, την ελιά, ή την παραγωγή κλωστοϋφαντουργικών. Ορισμένοι κατάντησαν ληστές.

      Η εμφάνιση των Αρβανιτών, αύξησε ακόμη περισσότερο την αγραμματοσύνη, διότι οι Αρβανίτες μη έχοντας αλφάβητο δεν χρησιμοποιούσαν γραπτό λόγο, ούτε και ενδιαφερόταν κανείς να τους διδάξει τα ελληνικά γράμματα, αφού ίσως να μην υπήρχαν και ελληνικά σχολεία στην Βοιωτία. Οι πρώτοι Αρβανίτες που ήρθαν, ζούσαν σε χωριστούς συνοικισμούς, αλλά με την πάροδο του χρόνου αναμείχθηκαν με το γηγενή πληθυσμό. Επειδή και οι δύο λαοί ήταν αγράμ­ματοι, επικράτησε η αρβανίτικη γλώσσα ως ευκολότερη. Έτσι εξηγείται η έκλειψη της Ελληνικής γλώσσας, διότι διαφορετικά πρέπει να δούμε τι απέγιναν οι Έλληνες κάτοικοι. Είναι γνωστό ότι κατά τον εθνικό αγώνα και μέχρι το 1880 σε όλη την Αττική, πλην της πόλεως των Μεγάρων, ακόμη και στην ίδια την Αθήνα, ελάχιστοι άνθρωποι γνώριζαν και μιλούσαν Ελληνικά.

      Ανέκυψε έτσι το ερώτημα περί της εθνολογικής υπαγωγής αυτών των Αρβανιτών. Ο Σουρμελής εξηγεί, ότι επί τουρκοκρατίας πολλές ελληνικές κοινότητες, συγκατοικούσες με αρβανίτες, προτιμούσαν να ντύνονται και να ομιλούν αρβανίτικα, για να αποφεύγουν τις τουρκικές διώξεις. Από αυτό το λόγο πολλαπλασιάσθηκαν συν τω χρόνω οι δίγλωσσες κοινότητες. «Όπου ανεμείχθησαν η ελληνική με την αρβανίτικη γλώσσα, επικράτησε η τελευταία», βεβαιώνει ο Κ. Μπίρης. Αυτή είναι η επικρατούσα άποψη για τις σχετικά πολυάνθρωπες αρβανίτικες κοινότητες, που είχε η Ελλάδα μετά το 1830. Αυτή η άποψη επιβεβαιώνεται σήμερα και ανθρωπολογικώς[47].

      Παράδειγμα η ορθομετωπία, που είναι γνήσιο χαρακτηριστικό της λεπτοφυούς Μεσογειακής φυλής, απαντάται μεταξύ των Αρβανιτών σε ποσοστό 90%, όσο δηλαδή και στους λοιπούς Πελοποννήσιους, ενώ στους Γκέγκες σε ποσοστό κάτω του 40%. Αυτά και άλλα στοιχεία πείθουν ότι «δεν διαφέρουν οι Αρβανίτες από τους Έλληνες των γειτονικών τους χωριών». Γι’ αυτό και οι Φράγκοι δεν τους διέκριναν ούτε τότε από τους λοιπούς Έλληνες («είναι ένας μόνον λαός», έγραφαν) και τους ξεχώριζαν μόνον από την γλώσσα, αλλά και από την ροπή τους προς την στρατιωτική τέχνη (Μπίρης).

      Αυτή η στρατιωτική ροπή των Αρβανιτών, που έκανε τους Φράγκους να ταυτίζουν το όνομα «αρβανίτης» με το «στρατιώτης», υποδηλώνει μίαν ιδιαιτερότητα στην ψυχική ιδιοσυγκρασία τους. Και είναι πράγματι και σήμερα γνωστή μία κάποια ιδιαιτερότητα στον ψυχικό χαρακτήρα των Αρβανιτών, που θεωρούνται αρκετά σκληροί, πείσμονες και συμφεροντολόγοι. Ειδικότερα για τη Βοιωτία όμως, αυτά τα χαρακτηριστικά, όπως το πείσμα και το αγύριστο κεφάλι, υπήρχαν και στην αρχαία Ελλάδα. Βοιωτός έλεγαν είναι εκείνος που έχει ώτα βοός. Αυτό ίσως αποτελεί επιβεβαίωση της βοιωτικής επίδρασης στην περιοχή.

      Οι Αρβανίτες αυτοί ήταν όλοι χριστιανοί ορθόδοξοι και σταδιακά απέκτησαν ελληνική συνείδηση. Αγωνίσθηκαν πάντοτε παρά το πλευρό των γηγενών Ελλήνων, από τους οποίους πουθενά και ποτέ δεν αμφισβητήθηκε η φιλοπατρία τους. Κατά τον εθνικό αγώνα του 1821 πολέμησαν με πείσμα, τόλμη και ανδρεία κατά των Τούρκων σαν ακραιφνείς Έλληνες και δεν βρέθηκε κανένας Έλληνας μέχρι σήμερα που να διαχωρίσει τους αρβανιτόφωνους Έλληνες από τους άλλους Έλληνες[48].

      Στις περισσότερες απογραφές που γίνονταν από την απελευθέρωση και μετά εξεταζόταν και η γλώσσα.

      Το 1879 από τους κατοίκους της Ελλάδος 59.000 δεν μιλούσαν ελληνικά στο σπίτι. Αυτοί απογράφηκαν στις επαρχίες που φαίνονται στην προβολή.

      Στην απογραφή του 1907 προστέθηκε ερώτημα για τις ομιλούμενες γλώσσες. Τα στοιχεία έδειξαν ότι δύο είναι οι πιο συχνά ομιλούμενες γλώσσες στο Βασίλειο μετά την ελληνική (την οποία ομιλούν 2,5 εκατομμύρια κάτοικοι), η αρβανίτικη, η οποία στην απογραφή αναφέρεται ως αλβανική, και η βλάχικη. Την αρβανίτικη ομιλούν 51.000, ενώ την βλάχικη 17.000 άτομα. Οι περισσότεροι αρβανιτόφωνες κατοικούν στους νομούς Αττικής, Βοιωτίας, Ευβοίας, Αργολίδος, Κορινθίας και Τριφυλίας.

      Αυτοί ήταν οι αρβανιτόφωνοι της επαρχίας Θηβών κατά Δήμους.

      Σήμερα, η αρβανίτικη γλώσσα ομιλείται ελάχιστα – και μόνον σαν δεύτερη γλώσσα.

 Οι Αλβανοί στην Χώρα τους

       Από την Γαλλική εγκυκλοπαίδεια, γραμμένη από επιτροπή Σοφών υπό την εποπτεία του Ιππότη D' Arteau, μεταφρασμένη κατ΄ επιτομή από τη Γαλλική, το έτος 1862, φαίνεται ότι στη μεν νότια Αλβανία κατοικούσαν κυρίως Έλληνες, στη δε βόρεια Αλβανοί ανάμικτοι με Σέρβους, Οθωμανούς και Έλληνες, ενώ ομιλείται και η Ελληνική γλώσσα.

      Κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας μεγάλοι αλβανικοί πληθυσμοί εξισλαμίσθηκαν, ιδίως δε Γκέγκες, κι  έτσι  άρχισε  να  σχηματίζεται  η  μάζα  των  μουσουλμάνων  Αλβανών,  των λεγομένων  Τουρκαλβανών,  που  είχαν  ταχεία  εξέλιξη  στην  τουρκική  διοίκηση  και  το  στρατό. Τέτοιους εξισλαμισμένους Αλβανούς, που συνδύαζαν την σκληρότητα του χαρακτήρα με τον θρησκευτικό φανατισμό, χρησιμοποιούσαν οι Τούρκοι σε διάφορα σημεία ως σώματα κρούσεως. Είναι οι Τουρκαλβανοί του Αλή πασά στο Σούλι, του Μουστάμπεη στη Δομβραίνα και την Αράχωβα και του Ασλάμπεη στη μάχη της Πέτρας. Αυτούς αποκαλούσε Αρβανίτες και Αλβανούς ο Κολοκοτρώνης, αν και ο ίδιος μιλούσε τα αρβανίτικα.

      Ωστόσο σημειώνεται ότι σε πηγές τις εποχής "αρβανίτες" ονομάζονται κυρίως οι μουσουλμάνοι Αλβανοί που μάχονταν με την πλευρά του Οθωμανικού κράτους ή του Αλή Πασά ή και αυτόνομα ως ληστές, όπως φαίνεται από τα δημοτικά  τραγούδια. Ίσως αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον από την άλωση και μετά οι περισσότεροι συγγραφείς αποκαλούν τους Έλληνες Αρβανίτες ως Αλβανούς, όπως ο Χαλκοκονδύλης, ο Παπαρρηγόπουλος, ο Τσεβάς, ο Βακαλόπουλος, αλλά και το ίδιο το κράτος, όπως είδαμε στις απογραφές.

      Αρβανίτες επίσης αποκαλούνταν διάφοροι χριστιανοί μισθοφόροι των Βαλκανίων ανεξαρτήτως εθνότητας, όπως φαίνεται στην προβολή[49].

      Με την επιτυχία της ελληνικής επαναστάσεως, οι Αλβανοί που παρέμειναν στην χώρα τους συνέδεαν το μέλλον τους με την Ελλάδα. Το 1829, στα πρώτα βήματα της γένεσης του ελληνικού κράτους, 56 αγάδες της Λιαπουριάς[50], προέβαλαν αίτημα με το οποίο επιδίωκαν να επαναστατήσουν με την ελληνική σημαία στη Χιμάρα για την απελευ­θέρωση της Ηπείρου και της Αλβανίας και να ενωθούν με την Ελλάδα. Η πρόταση αυτή δεν έγινε αποδεκτή από τον Ιωάν­νη Καποδίστρια.

      Το κίνημα του Γκιολέκα και των Αλβανών Τόσκηδων το 1847 κατά των Οθωμανών απο­τελεί μια αδιάψευστη μαρτυρία για την ισχυρότατη πνευματική και πο­λιτιστική επίδραση, που ασκούσαν τόσο η ελληνική παιδεία όσο και η Ορθόδοξη Εκκλησία στους ορθόδοξους αλβανικούς πληθυσμούς της Νότιας Αλβανίας. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο προσέλκυσε Έλληνες πολεμιστές στους κόλπους του, κήρυξε την ανεξιθρησκία και επικαλέστηκε μάλιστα και τη συμπαράσταση του τότε πρωθυπουργού Ιωάννη Κωλέτη.[51]

      Δυστυχώς, το ελληνικό κράτος, ακολουθώντας την πολιτική των προσθηκών, θα αδιαφορήσει για την Αλβανία, όπως και για τις άλλους αλύτρωτους αδελφούς, Μοναστήρι, Ανατολική Ρωμυλία κ.λπ.[52]

      Είχε περάσει ο καιρός που οι ίδιοι οι μπέηδες ζητούσαν την παρουσία τμημάτων του τακτικού Ελληνικού Στρατού. Η σημαντική αυτή ευκαιρία είχε πλέον χαθεί. Οι Αλβανοί είχαν πια μεταστραφεί.

      Τελικά, εμπνευστές για τη δημιουργία της Αλβανίας ήταν η Αυστρία και η Ιταλία που είδαν το νέο κράτος ως τη μόνη λύση για να εμποδίσουν τη Σερβία να βγει στην Αδριατική. Με όπλο τον εκβιασμό των μεγάλων δυνάμεων, οι Αλβανοί πήραν από το Μαυροβούνιο την περιοχή της Σκόδρας, από τη Σερβία όλα τα εδάφη που κυρίευσε ως το Δυρράχιο και από την Ελλάδα τη Βόρεια Ήπειρο. Σχηματίστηκε, έτσι, η Αλβανία.

      «Το 1914, ένας καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Κολούμπια έγρα­φε ότι η Αλβανία “μπορούσε να θεωρηθεί λίγο πολύ ως ένα αστείο”. Διαβε­βαίωνε πως ένας ταξιδιώτης που είχε επιστρέψει πρόσφατα απ' τις περιοχές εκείνες είχε δηλώσει πως οι κάτοικοι της, αν και μουσουλμάνοι, θεωρούνταν Έλληνες, καθώς η πόλη της Κορυτσάς ήταν δραστήριο κέντρο του ελληνι­σμού[53].

 ΕΠΙΛΟΓΟΣ

       Από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ή ακόμη παλαιότερα, ίσως και από την εποχή του Κάδμου, τον 15ο αιώνα π.Χ. οι κάτοικοι της σημερινής Αλβανίας ή ήσαν Έλληνες ή ήσαν εντεταγμένοι στο ίδιο κράτος.

      Οι Ιλλυριοί και όλοι οι άλλοι λαοί της Βαλκανικής εξελληνίζονται ή εκλατινίζονται μετά την Μακεδονική και Ρωμαϊκή κατάκτησή τους. Χάνονται τα Παιονικά τα Θρακικά, τα Ιλλυρικά. Η νέα Χριστιανική θρησκεία μπαίνει σαν καταλύτης στον εξελληνισμό ή εκλατινισμό, μέσα από την Εκκλησία.

      Ειδικότερα οι Τόσκηδες, από όπου προέρχονται και οι Αρβανίτες της Ελλάδας, ήσαν βυζαντινοί πολίτες μέχρι το 1350 μ.Χ. Δεν μπορούμε να λέμε ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος ο οποίος καταγόταν από την Ιστρία και ο Ιουστινιανός από τους Σκούπους, δηλαδή τα σημερινά Σκόπια, ήταν δικοί μας και οι κάτοικοι της επαρχίας αυτής του Βυζαντίου ήσαν ξένοι.

      Μία εσωτερική μετακίνηση πληθυσμών έγινε, και μάλιστα εγκαίρως, για εξεύρεση καλύτερης τύχης.

      Η δημιουργία του Αλβανικού κράτους, καθαρά πολιτική πράξη, απέκοψε τον λαό αυτό από το φυσικό του περιβάλλον, ώστε σήμερα να αναζητούν ταυτότητα και σαν άλλοι Σκοπιανοί να παραποιούν την ιστορία.

      Οι Έλληνες Αρβανίτες μετακινήθηκαν στη χώρα τους, συγκατοίκησαν με τα αδέλφια τους και προώθησαν από κοινού την ελληνική ιδέα.

 



[1] http://el.wikipedia.org/wiki/Αλβανία

[2] EK TWN EQNIKWN STEFANOU KAT' EPITOMHN, 331,6

[3] Οι Ιλλυριοί, λέγεται ακόμη πως προήλθαν πιθανότατα από τη συγχώνευση αρχαιοτάτων ινδοευρωπαϊκών στοιχείων με μια μεσογειακή φυλή, που γύρω στα μέσα της 2ης χιλιετίας εγκαταστάθηκε στο βορειοδυτικό τμήμα της Βαλκανικής Χερσονήσου, κατά μήκος της Αδριατικής μέχρι τις Άλπεις. (Παγκόσμια Ιστορία, Τόμ. Α΄σ.361, Εκδοτική Αθηνών 1990)

[4]  Όμηρος, Ιλιάδα, Π' 233-235 - [...]Ζε να Δωδωναε Πελασγικ[...]

[5] Strabo vii. 7. 10 p. 327, Ð d' `Hsodoj Dwdènhn fhgÒn te, Pelasgîndranon Ïen.

[6] Ηρόδοτος, βιβλίον πρώτον, μτφρ. φιλολογικής ομάδας Κάκτου, Αθήνα 1994, σελ. 97-99

[7] EK TWN EQNIKWN STEFANOU KAT' EPITOMHN, 331,6

[8] Τραγωδία έπληξε την οικογένεια του Κάδμου, αφού η κόρη του Ινώ πνίγηκε, η Αγαύη σκότωσε τον γιό της Πενθέα, η Σεμέλη κατακεραυνώθηκε από τον Δία και τον γιό της άλλης του κόρης της Αυτονόης, τον έφαγαν οι σκύλοι. Έτσι λοιπόν, ο Κάδμος, απελπισμένος, μη υποφέροντας περισσότερη δυστυχία, αφού άφησε την εξουσία στον γιό του Πολύδωρο, πατέρα του Λάβδακου, πήρε την γυναίκα του Αρμονία και έφυγαν πηγαίνοντας στην χώρα της Ιλλυρίας.

[9]  «Επίτομο λεξικό Ελληνικής Μυθολογίας», εκδ. οίκος Χάρη Πάτση, Αθήνα 1969

[10] Άλλη άποψη έχει ο Αππιανός στα “Λυρικά”: fasˆ d t¾n mn cèran ™pènumon 'Illurioà toà Poluf»mou genšsqai· Poluf»mJ g¦r tù KÚklwpi kaˆ Galatev KeltÕn kaˆ 'IlluriÕn kaˆ G£lan padaj ÔntajxormÁsai Sikelaj, kaˆ ¥rxai tîn di' aÙtoÝj Keltîn kaˆ 'Illuriîn kaˆ Galatîn legomšnwn.

[11] Α', Β’ και Γ’ Ιλλυρικός πόλεμος, από το 231 π.Χ.- 168 π.Χ.)

[12] Η «Jireček Line«, ή «Γραμμή Jireček»

[13] (Παπαρρηγοπούλου, 4ος σ.224)

[14] Παπαρρηγόπουλος, 6ος σ.8

[15] KLAUDIOU PTOLEMAIOU GEWGRAFIKHS UFHGHSEWS 3,12,20,1

[16] Καργάκος Σ.

[17] Καργάκος Σαράντος

[18] Kaˆ ™peid¾ ¹ nàn Serbla kaˆ Pagana kaˆ ¹ Ñnomasqesa ZacloÚmwn

cèra kaˆ Terbouna kaˆ ¹ tîn Kanalitîn ØpÕ t¾nxousan toà basilšwj `Rwmawn ØpÁrcon, gšnonto d aƒ toiaàtai cîrai œrhmoi par¦ tîn 'Ab£rwn (¢pÕ tînkese g¦r `Rwm£nouj toÝj nàn Delmatan kaˆ tÕ Durr£cion okoàntaj ¢pšlasan), (KWNSTANTINOU EN CRISTWI BASILEI AIWNIWI BASILEWS RWMAIWN PROS TON IDION UION RWMANON TON QEOSTEFH KAI PORFUROGENNHTON BASILEA, 32,21)

[19] Η Παννονία σήμερα περιέχεται στα εδάφη των κρατών της Σερβίας, Βοσνίας, Μαυροβουνίου, Κοσσυφοπεδίου και βορείου Αλβανίας. (http://greeksurnames.blogspot.gr)

[20] http://el.wikipedia.org/wiki/ Γκέγκηδες

[21] Οι Λιάπηδες άρχισαν να αναφέρονται με την ονομασία αυτή σε γραπτά κείμενα κατά τον 14ο με 15ο αιώνα. Κατά την περίοδο αυτή φέρονται κάποιες φατρίες αυτών να κατήλθαν στον κυρίως ελλαδικό χώρο "συν γυναιξί και τέκνοις και κτήνεσι", όχι όμως ως πολέμιοι αλλά φιλικά διακείμενοι όπου και εγκαταστάθηκαν στις  περιοχές  Αττικοβοιωτίας,  Εύβοιας και στην Πελοπόννησο και από εκεί στις Σπέτσες και την  Ύδρα.

[22] Ο Γεώργιος Μανιάκης ήταν Βυζαντινός στρατηγός που έδρασε κατά το β’ τέταρτο του 11ου αιώνα. Από πολλούς νεώτερους ιστορικούς θεωρείται συνεχιστής της «Μακεδονικής εποποιίας», έπεσε όμως θύμα διαβολής και συκοφαντίας από την κωνσταντινουπολίτικη αυλή. Αυτό εξόργισε τον Μανιάκη ο οποίος τον Οκτώβριο του 1042 ευρισκόμενος στην Κάτω Ιταλία στασίασε και ανακυρήχθηκε αυτοκράτορας από τα στρατεύματά του. Διεκπεραιώθηκε στην Βαλκανική, στην πόλη του Δυρραχίου, η οποία παραδόθηκε αμαχητί (αρχές 1043). Στην ίδια περιοχή προσχώρησαν στον στρατό του εθελοντές και οι στασιαστές βάδισαν προς την πρωτεύουσα. Συγκρούσθηκε στην Αμφίπολη και σύντομα επικράτησε του αυτοκρατορικού στρατεύματος, κατά την καταδίωξη που ακολούθησε, όμως, ο ηγέτης των στασιαστών σκοτώθηκε αναπάντεχα, με αποτέλεσμα ο στρατός του να διαλυθεί.

[23] Ο Νικηφόρος Βασιλάκιος ήταν στρατηγός του Βυζαντίου. Εξεγέρθηκε εναντίον του Αυτοκράτορα. Όρμησε από την Επίδαμνο και κατέλαβε όλη την Ιλλυρία. Μάζεψε αξιόλογο στρατό από Βούλγαρους, Φράγκους, Ρωμαίους και Αρβανίτες. Κατέβηκε μέχρι την Θεσσαλία προκαλώντας στον δρόμο του παντού καταστροφή. Μετά από την Θεσσαλία στρατοπέδευσε στον Αξιό ποταμό. Εκεί έγινε συμπλοκή με τον Αλέξιο, ο ποίος τον νίκησε και τον έπιασε αιχμάλωτο. Ο Βασιλάκιος οδηγήθηκε σε κάποιο χωριό ονόματι Χλεμπίνα, όπου και τυφλώθηκε κατά την εισήγηση του Βορίλου.(Wikipedia)

[24] LOGOS PROSFWNHTIKOS EKFWNHQEIS PARA MICAHL MAGISTROU BESTOU KAI KRI-TOU TOU ATTALEIATOU PROS TON BASILEA TON BOTANEIATHN.

[25] http://en.wikipedia.org/wiki/Principality_of_Arb%C3%ABr#cite_note-Alignment-1

[26] Ducellier (1999), pp. 780–781, 786

[27] Η επιγραφή έλεγε:Θεδωρος μγιστος εν στρατηγαις / Δοκας Κομνηνς, ευσθενς, βριαρχειρ εχθρς απροσπλαστος, ακμας πνοις”.

[28] Το Βασίλειο της Αλβανίας  ιδρύθηκε από τον  Κάρολο των Ανδεγαυών το 1271, όταν κατέκτησε το Δεσποτάτο της Ηπείρου το 1271.  Οι Ανδεγαυοί παρέμειναν μέχρι το 1368, όταν το Δυρράχιο κατελήφθη από τον Κάρολο Τόπια. ( http://en.wikipedia.org /wiki/ Kingdom_of_Albania).

[29] Γ. Μπαμπινιώτης, Λεξικό

[30] Αρβανίτες, Βικιπαίδεια, http://el.wikipedia.org/wiki

[31] Μάχη της Πελαγονίας το 1259

[32] Η ισχυροποίηση των κατά τόπους αρχόντων και η εξασθένιση της Κεντρικής Βυζαντινής εξουσίας, εξέθεσαν τις κατώτερες αγροτικές τάξεις στο έλεος και στην διάκριση των “δυνατών” που επικρατούσαν ανά περιοχή.

[33] Δικαίος Βαγιακάκος, έπ. γεν. δντής του κέντρου συντάξεως του ιστορικού λεξικού της ακαδημίας Αθηνών, “Παρατηρήσεις επί του συγχρόνου τοπωνυμικού της Βοιωτίας” Επετηρίς της Εταιρείας Βοιωτικών Μελετών, τόμος Α’ τεύχος Β’, 1988, επιμέλεια Αλέξανδρου Μπεκιάρη.

 [34] Οι Αρβανιτόβλαχοι είναι οι Βλαχόφωνοι Έλληνες, οι πρόγονοι των οποίων κατάγονταν από την Βόρεια Ήπειρο. Θεωρούνται κλάδος των Βλάχων και είναι διασκορπισμένοι κατά κύριο λόγο στη Μακεδονία και την Θεσσαλία, και κατά δεύτερο την Ήπειρο και την Στερεά Ελλάδα. (http://el.wikipedia.org/wiki Αρβανιτόβλαχοι).

[35] Βακαλόπουλος Κ. Ιστορία της Ελλάδος, σελ. 64.

[36] Κυριάκου Σιμόπουλου, Ξένοι Ταξιδιώτες στη Ελλάδα, τόμος Α’ σελ. 238.

[37] Ναβαρραίοι ονομαζόταν μια στρατιωτική μισθοφορική ομάδα οποία έδρασε τον 14ο αιώνα σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, αλλά κυρίως στον ελλαδικό χώρο που εκείνη την εποχή ήταν κάτω από την κυριαρχία των κρατιδίων που είχαν ιδρύσει οι Σταυροφόροι στην Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα[1]. Την αποτελούσαν κυρίως στρατιώτες από τη Ναβάρρα (βόρεια περιοχή της Ισπανίας) και τη Γασκώνη (νότια περιοχή της Γαλλίας). 

[38] Δικαίος Βαγιακάκος, Επετηρίς της Εταιρείας Βοιωτικών Μελετών, τόμος Α’ τεύχος Β’, 1988, επιμέλεια Αλέξανδρου Μπεκιάρη.

[39]  Κάρολος Α΄ Τόκκος (1372 - 4 Ιουλίου 1429) ήταν κόμης παλατινός  Κεφαλληνίας  Ζακύνθου  (περίπου 1376-1429), δούκας Λευκάδας, Δεσπότης Ηπείρου (1411-1429) και  βαρόνος της Βοστίτσας. Ο διάδοχός του Κάρολος Β΄ Τόκκος  νικήθηκε από τους Τούρκους και το 1430 όλη η περιοχή περιήλθε στην κατοχή των Οθωμανών..

[40] Κ. Βακαλόπουλος, Ιστορία της Ελλάδος

[41] Ο Κ. Παπαρρηγόπουλος τοποθετεί τις αρχές του νέου ελληνισμού στην τέταρτη σταυροφορία (1204) και η άποψη αυτή είναι γενικά αποδεκτή. Κύριες εστίες του νέου ελληνισμού μετά τη φραγκική κατάκτηση αναδεικνύονται το βασίλειο της Νίκαιας και το κράτος της Ηπείρου. Αλλά και μετά την ανάκτηση της Κωνσταντινουπόλεως από τον Μιχαήλ Η' Παλαιολόγο (1261), διαμορφώνονται νέα ελληνικά κράτη, στη Νίκαια, στην Τραπεζούντα, στην Ήπειρο, στη Μακεδονία και αργότερα στην Πελοπόννησο. (Κ. Βακαλόπουλος, Ιστορία της Ελλάδος)

[42] RECHERCHES ET RENCONTRES, Publications de la Faculte des lettres de Geneve “LA MONTAGNE DES MUSES”, Etudes publiees par Andre HURST et Albert SCHACHTER
Librairie DROZ, Geneve 1996

[43] Χάρτης 1466

[44]       Για να ονοματοθετήσουμε και τους χώρους της μόνιμης διαμονής των εποίκων στην Βοιωτία, πέραν των Οθωμανικών καταστίχων έχουμε και τα αρβανίτικα τοπωνύμια τα οποία είναι σε ανάλογο βαθμό με την παρουσία και μόνιμη εγκατάσταση Αρβανιτών.

[45] Σιμόπουλου Κυριάκου. Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, Αθήνα 2001, τόμος Α’, σελ. 681.

[46] Εβλιά Τσελεμπή, “Ταξίδι στην Ελλάδα”, ΕΚΑΤΗ. Περιγράφει τα χαρακτηριστικά τους και αναφέρει Γκιαούρηδες Αρβανίτες μόνο στη Χασιά και στα Κούντουρα, από 100 σπίτια στο κάθε χωριό.

[47] http://hellinon.net/Arvanites.htm

[48] Τσεβάς Γ. “Ιστορία των Θηβών και της Βοιωτίας”, τόμος 2, σελ.138

[49] Τρικούπης Σπυρίδων, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Λονδίνο 1860, τόμ. 1ος, σελ. 24 (σ. 46 του pdf)

[50] Ορεινή περιοχή της νοτιοδυτικής Αλβανίας

[51] Βακαλόπουλος Κ. «Ιστορία της Ελλάδος»

[52] Ίωνα Δραγούμη, “Τιμή και ανάθεμα”, περιοδικό «Νουμάς» τεύχος 197, 29 Δεκεμβρίου 1912.

[53] Rene Ristelhueber«Ιστορία των Βαλκανικών Λαών», σελ. 230